ρυά

Α
(κατά τον Ησύχ.) «ὁ ἵππος».

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυά — ῥυάς fluid fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυάκων — ῥυά̱κων , ῥύαξ rushing stream masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύακα — ῥύᾱκα , ῥύαξ rushing stream masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύακας — ῥύᾱκας , ῥύαξ rushing stream masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύακες — ῥύᾱκες , ῥύαξ rushing stream masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύακι — ῥύᾱκι , ῥύαξ rushing stream masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύακος — ῥύᾱκος , ῥύαξ rushing stream masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύαξ — ῥύᾱξ , ῥύαξ rushing stream masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύαξι — ῥύᾱξι , ῥύαξ rushing stream masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύαξιν — ῥύᾱξιν , ῥύαξ rushing stream masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.